Ο Ήχος του Όπλου – Περιοδεία

Ο Ήχος του Όπλου – Περιοδεία

της Λ. Αναγνωστάκη|σκηνοθεσία Πέτρος Νάκος

Ένα από τα σημαντικότερα έργα της ελληνικής δραματουργίας, «Ό ήχος του όπλου», της Λούλας Αναγνωστάκη, σχεδόν τριάντα χρόνια μετά το πρώτο του ανέβασμα, ξαναζωντανεύει από τον Οκτώβριο στο θέατρο ALTERA PARS

Με την σκηνοθετική ματιά του Πέτρου Νάκου

και τη Μίνα Χειμώνα στο ρόλο της Κάτιας

Υπόθεση

Μέσα σ’ ένα σπίτι μια μάνα συναντιέται με τον γιο της, που έχει έναν ολόκληρο χρόνο να τον δει, ενώ έξω από αυτό επικρατεί μια πανηγυρική προεκλογική ατμόσφαιρα. Συγκοινωνούντα δοχεία; Ένας ήχος όπλου, που δεν ακούγεται ποτέ κι όμως θα ανατρέψει όλα τα γεγονότα μέσα σε λίγες μόνο ώρες.

Ο Μιχάλης από την επαρχία, πρωτοετής φοιτητής, συζεί με μια νεαρή εργαζόμενη κοπέλα, την Φανή. Ο Γιάννης, ο μικρός αδελφός της Φανής, μπλέκει σε μια περίεργη υπόθεση με ένα παράνομο όπλο. Ένα φθινοπωρινό απόγευμα, η μητέρα του Μιχάλη, η Κάτια, που έζησε στην επαρχία, παγιδευμένη σε επιλογές που δεν επιθυμούσε, έρχεται στην Αθήνα για να ψηφίσει. Συναντά τον δεκαοχτάχρονο γιό της καθώς και άλλα πρόσωπα. Από την παλιά της φίλη Μαρίκα, μαθαίνει πως ο Μιχάλης δεν έχει πατήσει στη Σχολή, πως ετοιμάζεται να φύγει για την Αμερική και πως η Φανή είναι έγκυος. Στην προσπάθεια της η Κάτια να ελέγξει την κατάσταση, έρχεται αντιμέτωπη με το γιό της, μέσα σε μια προεκλογική παράνοια…

«Ένα περίστροφο/ που εκπυρσοκρότησε/μέσα σ’ ένα σύννεφο/ από καρδιές».

Η παράσταση

Η παράσταση διαδραματίζεται στη σημερινή εποχή αν και το θεατρικό έργο γράφτηκε το ’85 με φόντο το προεκλογικό κλίμα και την συνθηματολογία της εποχής.

Εύκολα αντιλαμβάνεται κάποιος ότι το έργο παραμένει επίκαιρο και εμβληματικό:

τα ίδια ζητήματα, οι ίδιες απορίες για τη ζωή, τα αιώνια αναπάντητα ερωτήματα. Άνθρωποι μπερδεμένοι, εγκλωβισμένοι στο παρόν τους, με το μέλλον τους αβέβαιο και τις φιλικές, ερωτικές ή οικογενειακές τους σχέσεις προβληματικές…

Και όλα αυτά μέσα σε ένα προεκλογικό κλίμα που επηρεάζει την ένταση, τον ρυθμό, τη ροή και δράση του έργου, παραπέμποντας στο σημερινό πολιτικό τοπίο.

Στην ιστορία των «μεγάλων» πρωταγωνιστών, εντάσσεται ο μικρόκοσμος των απλών ανθρώπων, σε μια εποχή που η ιδεολογία δεν μπορεί να κατευνάσει την υπαρξιακή αγωνία. Όλα εξελίσσονται γρήγορα, μέσα σε μια μόλις μέρα, με έναν καταιγιστικό ρυθμό.

Το έργο σημαδεύει, σαν όπλο, την σημερινή ελληνική πραγματικότητα με τη σκληρή, ευθύβολή του ειλικρίνεια.

Πως ένα όπλο μπορεί να σκορπίσει τον θάνατο χωρίς να εκπυρσοκροτήσει;

Οι ήρωες βρίσκονται στα όρια νευρικής κρίσης, εξαιτίας της κρίσιμης πολιτικής και κοινωνικής κατάστασης που επικρατεί στη χώρα… Τα πρόσωπα βρίσκονται στο μεταίχμιο – δίνουν την εντύπωση ότι αιωρούνται ανάμεσα στο πριν και το μετά, ανάμεσα στο λογικό και το παράλογο. Στέκονται μονίμως αναποφάσιστα και ονειρεύονται να ζήσουν μια «τρομερή» πράξη που θα τα ανυψώσει πάνω από τη μιζέρια της καθημερινότητάς τους…

Το έργο σηματοδότησε την τελευταία σκηνοθετική δουλειά του Κάρολου Κουν, στο Θέατρο Τέχνης, το 1987, με τους: Ρένη Πιττακή, Στράτο Τζώρτζογλου, Κλέωνα

Γρηγοριάδη, Μίμη Κουγιουμτζή, κ.ά.

«Ο ήχος του όπλου», όπως έλεγε ο ίδιος ο ιδρυτής του Θεάτρου Τέχνης στην τελευταία συνέντευξή του («Το Βήμα», 8.2.1987) «δεν ακούγεται ούτε μία φορά στη σκηνή.H συχνή αναφορά στο αντικείμενο αυτό που σκοτώνει, εισβάλλει βίαια στον φανταστικό κόσμο των ηρώων του έργου και το μήνυμα που εκτοξεύεται από την κοίτη της γλώσσας είναι μια συνεχής απειλή…»

Συντελεστές της παράστασης:

Σκηνοθεσία: Πέτρος Νάκος

Σκηνικά: Altera Pars

Φωτισμοί: Παναγιώτης Μανούσης

Κοστούμια: Δέσποινα Χειμώνα

Μουσική επιμέλεια: Πέτρος Νάκος

Επιμέλεια σκηνικού: Δέσποινα Χειμώνα

Κινησιολογία: Ελβίρα Μπαρτζώκα

Βοηθός σκηνοθέτη: Αγγελική Κοντού

Φωτογραφίες: Κώστας Αβραμηλάς /Κώστας Δελχάς /Τζίνα Σταύρου

Διανομή:

Κάτια: Μίνα Χειμώνα

Μαρίκα: Λιάνα Παρούση

Φανή: Έφη Κιούκη

Μιχάλης: Πάνος Νάτσης

Γιαννούκος: Τάσος Περάκης

Η παράσταση παρουσιάστηκε στην Καλαμάτα σε συνεργασία με το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. (συμπαραγωγή Κοινοφελής Οργανισμός ΦΑΡΙΣ) τη χρονική περίοδο 3/2-5/3-2017

Τελετές ενηλικίωσης

κριτική του ΚΩΣΤΑ ΓΕΩΡΓΟΥΣΟΠΟΥΛΟΥ

Η Λούλα Αναγνωστάκη, εκτός της άλλης άκρως αξιόλογης προσφοράς της στη νεοελληνική μεταπολεμική δραματουργία, έχει ιδιαιτέρως σε αρκετά έργα της, από τα πρώτα έως τα τελευταία, με διαφορετική κάθε φορά σκοπιά σκόπευσης, ασχοληθεί με τα εξόχως, στην εποχή μας εντονότερα, προβλήματα ενηλικίωσης.
Ξέρουμε από την πλούσια διεθνή βιβλιογραφία (εθνογραφική, λαογραφική, ψυχολογική, κοινωνιολογική, παιδαγωγική κ.λπ.) πως το πρόβλημα της ένταξης ενός νέου, κυρίως εφήβου, στην κοινωνία των πολιτών είναι πρόβλημα με πολλές αιχμές, συχνά δυσεπίλυτο, ακανθώδες, σχεδόν παιχνίδι ή στοίχημα με τη φωτιά.
Η κοινωνική ανθρωπολογία, παλαιότερα η εθνολογία, με σπουδαίους ερευνητές που μελέτησαν το φαινόμενο στις πρωτόγονες φυλές, μας προίκισε με σημαντικό υλικό πάνω στις τελετές μυήσεως ενός εφήβου, κριτήριο για την ένταξή του στην κοινωνία των ενηλίκων.
Ένας έφηβος σε αυτές τις πρωτόγονες φυλές οφείλει να εκτελέσει μια σειρά από δοκιμασίες επιτυχώς, π.χ. να φέρει στη φυλή ένα άγριο ζώο το οποίο ύστερα από αγώνα έχει φονεύσει ή ακόμη, το σημαντικότερο, έχει παγιδεύσει και το καταθέτει ζωντανό. Στην αρχαία Σπάρτη η εφηβική μύηση γίνεται με την κρυπτεία. Οι νέοι που ζούσαν ομαδικά σε αγέλες αιφνίδια και απροειδοποίητα μια νύχτα διατάσσονταν να εισβάλουν σε έναν συνοικισμό ειλώτων (οι είλωτες ήταν οι υποταγμένοι στους Λάκωνες Μεσσήνιοι), να σκοτώσουν έναν «εχθρό» και να γυρίσουν στην κατασκήνωση χωρίς πληγές. Αλίμονο στον έφηβο που γύριζε πληγωμένος και ιδιαίτερα αν είχε πληγή στην πλάτη, που σήμαινε ότι δείλιασε και ετράπη σε άτακτη φυγή.
Σε άλλες περιοχές, μετά την επιτυχή δοκιμασία ακολουθούσε μια μετάληψη. Είτε μια ωμοφαγία – ανθρωποφαγία είτε η πόση εντός ύδατος της στάχτης ενός νεκρού φυλάρχου. Τα φυλαχτά με κόκαλα ή τρίχες νεκρών προγόνων ή αγίων ήταν η ενσωμάτωση του εφήβου στην κοι¬νωνία των ενηλίκων.
Αλλού η μυητική τελετή γινόταν με τη δοκιμασία του εφήβου στη χρήση των όπλων. Ο Αχιλλέας επιστρατεύτηκε από τον Οδυσσέα με-ταμορφωμένο σε πραματευτή, όταν στη Σκύρο, μεταμορφωμένος από τη μητέρα του σε κορίτσι για ν’ αποφύγει τον πόλεμο, διάλεξε από τον πάγκο με τα φορέματα και τα καλλυντικά τα τόξα και τα βέλη.
Ο Ηρακλής «ενηλικιώθηκε» ήδη νήπιο, όταν έπνιξε στην κούνια τα φίδια που έστειλε η ζηλιάρα Ήρα στον νόθο γιο του Διός!..
Αλλά και ό Θησέας έπρεπε να εκτελέσει άθλους πριν αξιωθεί να δια-δεχθεί τον Αιγέα στον θρόνο των Αθηνών, με κύριο άθλημα τη διείσδυση στον Λαβύρινθο και την εξόντωση του Μινωταύρου.
Το παγκόσμιο θέατρο διαθέτει μια πληθώρα αξιόλογων κειμένων που πραγματεύονται όλο το ποικίλο φάσμα της μυητικής διαδικασίας ενηλικίωσης και ένταξης, ειρηνικά ή βίαια, ενός εφήβου στο σύστημα, στην έννομη τάξη, στα καθήκοντα και στα δικαιώματα, ηθικά; πολιτικά, οικονομικά, ερωτικά, εθιμικά των διαφοροποιημένων κοινωνιών, κυρίως των ταξικών.

Η ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ. Η Λούλα Αναγνωστάκη από την «Παρέλαση» και την «Πόλη» ασχολήθηκε, ως αυθεντική εκπρόσωπος μιας τραυματικής γενιάς, με τον τρόπο που ένας έφηβος μυείται στην ενήλικη ζούγκλα μέσω του φόβου, των ενοχών, του πανικού και της συνήθειας.
Το κατεξοχήν όμως αφιερωμένο σ’ αυτό το καίριο πρόβλημα είναι το ώριμο έργο της «Ο ήχος του όπλου». Το τελευταίο κύκνειο σκηνοθετικό κατόρθωμα του Κάρολου Κουν. Έκτοτε το έργο, εδώ και τριάντα χρόνια, έχει ξαναδοκιμαστεί στη σκηνή και τώρα ξαναδοκιμάζει την αντοχή του στο θέατρο Altera Pars στο Γκάζι.
Η Αναγνωστάκη για να προβάλει τον προβληματισμό της επέλεξε μια δοκιμασμένη δραματουργική φόρμα.
Έχω ιστορικά παρατηρήσει πως θεατρικοί συγγραφείς, όταν καταπιάνονται με ανάλογα θέματα, επιλέγουν μια ευανάγνωστη φόρμα, λες και θέλουν να φτάσει το μήνυμά τους σε πλατύτερα στρώματα θεατών που δεν είναι μυημένα σε μορφολογικούς πειραματισμούς και χαρακτηρολογικά άλματα.
Από «Τα παιδιά στην εξουσία» του Βιτράκ ώς το «Ξύπνημα της άνοιξης» του Βέντεκιντ (και δεν σταθμεύω στον «Ρωμαίο και την Ιουλιέτα») και τους «Φοιτητές» του Ξενόπουλου και το «Ματς» του Μανιώτη, το θέατρο για να αποκαλύψει και να ανατάξει τον εφηβικό ψυχισμό βρίσκει γεωμετρικές αναλογίες μορφής, ώστε ο θεατής να μην προσκόπτει σε πειραματισμούς που τον απομακρύνουν από το κύριο θέμα.
Η Αναγνωστάκη και στην «Κασέτα» μ’ έναν έφηβο απασχολήθηκε και το έργο της είναι αποκαλυπτικά συνταρακτικό, αλλά ως φόρμα πιθανόν άφηνε απέξω ένα ευρύτερο κοινό, που όμως έχει να αντιμετωπίσει τα προβλήματα ενηλικίωσης, ειδικά στην εποχή μας, μέσα στη λαϊκή, μικροαστική και αστική οικογένεια του τόπου μας.
Στον «Ήχο του όπλου» επιλέχτηκε η ορθολογική φόρμα του δοκιμασμένου αστικού θεάτρου που δόξασε τον Ίψεν και τον Ξενόπουλο. Έχει πολύ ενδιαφέρον καταρχήν και κατ’ αρχάς που από το έργο της Αναγνωστάκη λείπει ο πατέρας. Γενικά, όπως έδειξα και σε παλιότερες σειρές δημόσιων μαθημάτων μου, ο πατέρας είναι μάλλον απών από τη δραματουργία μας, αν εξαιρέσει κανείς τους συγγραφείς των Επτανήσων λόγω του γεγονότος της γειτνίασης των νησιών με την ιταλική κοινωνική παράδοση (ο Ρονκάλας του «Βασιλικού» του Αντ. Μάτεσι, ο Βιολάντης του Ξενόπουλου).
Μητέρες έχουμε στην ημιτελή αστική μας κοινωνία και συχνά οι πατέρες είναι άπραγοι, σκιώδεις και κουβαλητές.
Η Αναγνωστάκη διερευνά τη σχέση γιου – μητέρας, την απόπειρα του γιου να δραπετεύσει από τα στερεότυπα, να αυτονομηθεί, να ανδρωθεί, να αρνηθεί και να ξαναγεννηθεί, χωρίς όμως επιτυχία. Πάντα σε κάθε μονοπάτι διαφυγής θα σκοντάφτει πάνω είτε στη μητρική στοργή είτε στη μητρική υπερπροστασία είτε στη μητρική αδιαφορία είτε στο πτώμα μιας μητέρας ως έσχατο επιχείρημα ευνουχισμού.
Κάτι σαν τους «Τρώες» του Καβάφη που κάθε απόπειρά τους για έξοδο είναι των απελπισμένων.
Στο θέατρο Altera Pars ο Πέτρος Νάκος δίδαξε μια τίμια, ευθύβολη, καίρια και αποτελεσματικά συγκινημένη παράσταση. Και έχει ενδιαφέρον το γεγονός ότι κατορθώνει να ισορροπήσει δύο διαφορετικών γενεών ηθοποιούς, αφού εξάλλου το απαιτεί και το κείμενο. Η Μίνα Χειμώνα σε μια εξόχως ισοζυγιασμένη ερμηνεία, αφού πρέπει να προβληθεί η παγιδευμένη στην ευμάρεια επαρχιώτισσα, στερημένη ερωτικά και συζυγικά γυναίκα με την αυταρχική στα μικροαστικά προτάγματα «οικιακή παιδονόμο», έφτασε στη μοιραία λύση με εσωτερικό κρεσέντο και λιτότητα μέσων.
Η Λιάνα Παρούση έδωσε την ερωτική βουλιμία της διαθέσιμης ωριμότητας που ποτίζεται ως δρόσος εξ ουρανού από τη νεανική ακμή με μια αριστουργηματική ευφορία. Η Μαρίκα της είναι η καλύτερη ερμηνεία του ρόλου που θα μπορούσε κανείς να φανταστεί.
Η Έφη Κιούκη (Φανή) έχει τσαγανό και ήταν καλύτερη στις σκηνές της φιλόδοξης απόδρασής της. Ο Πάνος Νάτσης έδωσε με νεύρο την αμφιθυμία της νιότης και ο Περάκης την επιπολαιότητα της ανέξοδης επανάστασης. Ευφυές το σκηνικό της Δέσποινας Χειμώνα και η κινησιολογική προσφορά της Μπαρτζώκα. Από τη διανομή έλειψε ο μικρός ρόλος του εραστή της Μαρίκας χωρίς να χαλάσει η αφήγηση.

Λεπτομέρειες