La Festa

La Festa

του Spiro Scimone

La Festa – Italiano

« LA FESTA (Η ΓΙΟΡΤΗ) »

Scimone- Sframeli

ΣΤΑ ΙΤΑΛΙΚΑ ΜΕ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥΣ ΥΠΕΡΤΙΤΛΟΥΣ

Σε κοινή παρουσίαση με την παράσταση «ο Φάκελος»

Μετά την επιτυχημένη πρεμιέρα του τελευταίου έργου του Spiro Scimone, «Ο Φάκελος» σε μετάφραση και σκηνοθεσία Πέτρου Νάκου, το θέατρο Altera Pars έχει τη χαρά να φιλοξενεί τον ίδιο τον συγγραφέα με τον θίασό του (Scimone- Sframeli) τον μήνα Φεβρουάριο για 3 μόνο παραστάσεις.
Μία από τις πιο αυθεντικές φωνές της σύγχρονης Ιταλικής δραματουργίας, μετά την απόλυτα επιτυχημένη περιοδεία του στην Ευρώπη όπου κατέκτησε κοινό και κριτικούς, έρχεται και στη χώρα μας για να παρουσιάσει με τον θίασό του σε συμπαραγωγή με τον Θεατρικό Οργανισμό «Άλλη Πλευρά», το βραβευμένο του έργο La Festa.

Εσωτερικό οικογενειακής εστίας. Πατέρας, μητέρα, γιος. Μια μέρα ξεχωριστή. Η επέτειος του γάμου. Στιγμή σύγκρουσης. Διάλογος σε ρυθμούς ανάκρισης. Ο Πατέρας , η Μητέρα, ο Γιος προσπαθούν να ξεφύγουν από τα λάθη τους. Επιχειρούν να ξεσκεπάσουν ο ένας τον άλλο μέσα από ένα βίαιο, σκληρό, μετέωρο και ουσιαστικά αδήλωτο παιχνίδι. Το παιχνίδι παίζεται στη σιωπή.

Ένας πατέρας, μια μητέρα, ένας γιος. Μια μέρα συνηθισμένη, ίδια με όλες τις άλλες … Γιορτάζουν τριάντα χρόνια γάμου. Η γιορτή λαμβάνει χώρα στο γεωμετρικό χώρο μιας κουζίνας, που αντιπροσωπεύει τον κλειστό οικογενειακό μικρόκοσμο. Εκεί το καθένα από τα τρία πρόσωπα αφηγείται τη δική του ιστορία. Ο καθένας από τα 3 πρόσωπα υποκρίνεται το ρόλο του. Η μητέρα το ρόλο του θύματος. Ο πατέρας φωνασκεί για να καλύψει την αδυναμία του και την εξάρτησή του. Ο γιος κλεισμένος στον εαυτό του μετατρέπεται στον πραγματικό pater familias, κυρίως γιατί φέρνει τα κερδισμένα με «μαύρο» τρόπο χρήματα στο σπίτι. Το παιχνίδι είναι έντονο, απάνθρωπο, ισοπεδωτικό αλλά με συνεχή νότα κωμικότητας.

Η γιορτή είναι το πρώτο θεατρικό έργο του Spiro Scimone που γράφεται στην ιταλική γλώσσα, μετά τα δύο προηγούμενα το nunzio και το bar, γραμμένα στη σικελική διάλεκτο, τα οποία γνώρισαν μεγάλη απήχηση και παρουσιάστηκαν σε όλη την Ευρώπη και σε όλα τα μεγάλα Ευρωπαϊκά Φεστιβάλ, πάντα με τη συνεργασία του Francesco Sframeli. Το κείμενο απαρτίζουν σύντομοι διάλογοι, ατάκες λίγων λέξεων. Οι λέξεις και οι φράσεις αποκτούν μια σχεδόν τζαζ μουσικότητα υπό ένα ρυθμό όπου οι εντάσεις συνεχώς αυξομειώνονται υπογραμμίζοντας τις συχνές επαναλήψεις αλλά και τις διακυμάνσεις του ίδιου θέματος. Οι λέξεις παραπλανούν και χρησιμοποιούνται για να παραπλανήσουν. Ιδίως εμάς τους ίδιους γιατί με τη δύναμη της επανάληψης, οι βασανιστικές επαναλαμβανόμενες προτάσεις, που τελικά δηλώνουν εμμονές, μπορούν να πείσουν ότι είναι αληθινές! Αλλά υπάρχει ένα όριο σε αυτό το παιχνίδι. Πέραν αυτού δεν μπορείς να προχωρήσεις. Υπάρχει ανάγκη να μην έρθει η τελική ρήξη, προκειμένου την επόμενη μέρα να ξεκινήσουμε από την αρχή με τις ίδιες λέξεις, με το ίδιο τελετουργικό αποτέλεσμα. Η ωμότητα του κειμένου απευθύνεται κυρίως στον θεατή που εξαναγκάζεται να κοιταχτεί για τα καλά στο παραμορφωτικό καθρέφτη που βρίσκεται εμπρός του…

 

Κριτικές

Τελικά, υπάρχουν σύγχρονοι θεατρικοί συγγραφείς που καταφέρνουν να σπάσουν το φράγμα της γλώσσας και να γοητεύσουν το αθηναϊκό θεατρόφιλο κοινό με την εξυπνάδα τους. Μιλώ για τον Spiro Scimone που παρουσίασε το έργο του «ΓΙΟΡΤΗ» («LΑ FESTA») στα Ιταλικά στο θέατρο ALTERA PARS (στις 20, 21 και 22/02/2009). Μία τριμελής

Κωνσταντίνος Μπούρας, “Μία ενδιαφέρουσα σύχρονη ιταλική κωμωδία”, konstantinosbouras.gr

Η ιταλική αναγέννηση αλλά και το λαϊκό (και το μουσικό χωρίς αμφιβολία) ιταλικό θέατρο τροφοδότησε την Κρήτη και τα Επτάνησα με πλούσιο και πολύτιμο υλικό, αναφομοίωτο και αφομοιωμένο. Ο 19ος αιώνας, όταν το ελληνικό θέατρο μετά την Επανάσταση και με θεατρική αγρανάπαυση τετρακοσίων χρόνων βυζαντινής και τουρκικής καραντίνας ψάχνει τον βηματισμό του, τα ιταλικά διασκευασμένα κυρίως λαϊκά μονόπρακτα κατακλύζουν την αθηναϊκή σκηνή. Τι συνέβη και τα τελευταία πενήντα χρόνια (πλην του Ντάριο Φο και του Ντε Φιλίππο) αγνοούμε τελείως τα νέα ρεύματα, το πειραματικό θέατρο της γειτονιάς μας, τη νέα γλώσσα και τις σύγχρονες σκηνοθετικές μεθόδους; Αν σκεφτεί κανείς πως δύο τουλάχιστον σκηνοθέτες μετά το ΄60 από την Ιταλία έταμαν νέες λεωφόρους, ο Ρονκόνι και ο Στρέλερ, είναι παράδοξο πως μια παράδοση τόσο κοντινή μας και ως ήθος και ως κώδικας δεν έφτασε ποτέ στις ελληνικές σκηνές. Θα έλεγα μάλιστα πως και ο μεγάλος Πιραντέλλο, που έγινε συχνά της μόδας στον τόπο μας, ως σκηνικό ύφος έφτασε σε μας μέσω Γαλλίας, ως σκοτεινός, συνοφρυωμένος γρίφος, κι όχι όπως τον παίζουν οι Ιταλοί ως αυθεντικό απόγονο της ιταλικής μεταφυσικής φάρσας, με την παράδοση της Κομέντια ντελ άρτε. Θυμάμαι με πόση αγαλλίαση πριν από σαράντα χρόνια είχαμε δει εκτάκτως στην Αθήνα και στο υπαίθριο θέατρο στο Πεδίον του Άρεως, έναν φοιτητικό πειραματικό θίασο που έπαιξε τους «Καβγάδες της Τζιότζια» του Γκότσι, αναβιώνοντας τον υποκριτικό κώδικα της Κομέντια και τον χειρισμό της μάσκας. Επίσης, πριν από είκοσι πέντε χρόνια στους Δελφούς, επ΄ ευκαιρία των γνωστών συνεδρίων για το Αρχαίο Δράμα, ένας άλλος φοιτητικός θίασος από τον ιταλικό Νότο είχε παίξει τη «Σαμία» του Μενάνδρου με τις μάσκες από τα ευρήματα της Ετρουρίας. Και θαυμάσαμε τότε στο φως της ημέρας πώς τα προσωπεία άλλαζαν έκφραση ανάλογα με τις γωνίες που έπεφτε απάνω τους το ηλιακό φως. Αντίθετα, ήταν άκρως απογοητευτικές οι παραστάσεις του Ινστιτούτου του Αρχαίου Δράματος των Συρακουσών με τις αντιλήψεις της δεκαετίας του ΄30 και τον αφόρητο γλωσσικό και υποκριτικό στόμφο. Έκπληξη ήταν πάντως πριν από δύο δεκαετίες ένας θίασος νέων που έπαιξε καλεσμένος από το Ιταλικό Ινστιτούτο τους «Όρνιθες» του Αριστοφάνη με τα μέσα του τσίρκου με μόνα σκηνικά αντικείμενα μονόζυγα, δίζυγα, τσουλήθρες και ίππους αλμάτων! Όλα αυτά σημαίνουν πως στην Ιταλία υπάρχει και αναζήτηση στη σκηνική γλώσσα και πειραματισμοί και προσπάθεια να γίνει σύγχρονη εκμετάλλευση μιας μείζονος θεατρικής παράδοσης με βαθύρριζη ιστορία. Οφείλουμε λοιπόν χάριτες που χάρη στην πρόσκληση της ομάδας που εδρεύει στο θέατρο Αltera Pars, είχαμε την ευκαιρία να δούμε ένα θεατρικό σχήμα που έρχεται από τη Σικελία, τη Μεσσίνα και το Παλέρμο. Εμπνευστής της μικρής ομάδας οομάδας ο ηθοποιός, σκηνοθέτης και συγγραφέας Spiro Scimone με μικρή- μόλις 15 ετών- θεατρική πορεία αλλά ήδη γνωστός και εκτός Ιταλίας (έχει παιχτεί στην Κομεντί Φρανσέζ) και βραβευμένος με τον Χρυσό Λέοντα του Φεστιβάλ Βενετίας για την πρώτη ταινία του «Δύο φίλοι». Ο Scimone με τον αχώριστο συνεργάτη του Francesco Sframeli καλλιεργούν υφολογικά έναν μινιμαλιστικό αλλά λαϊκό στην καταγωγή του υποκριτικό κώδικα και ο Scimone ως δραματουργός κινείται ανάμεσα στη λαϊκή φάρσα και τους ρυθμούς της και στη θεματική του θεάτρου του Παραλόγου. Είδαμε για τρεις παραστάσεις στην Αθήνα ένα δείγμα της δουλειάς τους στα ιταλικά ως πρώτο μέρος ενός αφιερώματος στο έργο του Scimone με δεύτερο μέρος την παράσταση στα ελληνικά του έργου «Ο Φάκελος» που παίζει η ομάδα του θιάσου Αltera Ρars. Το ιταλικής γλώσσας κείμενο, ένα μεγάλο μονόπρακτο έχει τον τίτλο «Festa» («Γιορτή»- στην πραγματικότητα πρόκειται για «Επέτειο»). Ένα τρίο, πατέρας, μητέρα, μεγάλος γιος, μικροαστοί, την ημέρα της επετείου του γάμου του ζεύγους, ανταλλάσσουν με σύντομες κοινόχρηστες καθημερινές ατάκες ό,τι πιο κοινότοπο μπορεί ν΄ ακούσει κανείς σ΄ οποιοδήποτε μικροαστικό σπίτι απανταχού της γης. Μικρής διάρκειας σκηνές, καταιγιστικός ρυθμός αλλά στο βάθος μια αφόρητη πλήξη που αναδεικνύει το κενό της συμβίωσης, τη βαρεμάρα των σχέσεων και την παντελή έλλειψη επικοινωνίας. Τεμπέλης, χαρτοπαίχτης, πότης πατέρας, υστερική νοικοκυρά- υπερπροστατευτική μητέρα, αδιάφορος για όλα ναρκομανής έμπορος- βαποράκι γιος. Η σκηνοθεσία είναι του Τζιανφελίτσε Ιμπαράτο. Σχηματική με γεωμετρικές σχέσεις και σκηνικά αξεσουάρ υποτυπώδη. Έξοχη μητέρα ο ίδιος ο Scimone, πατέρας ο Sframeli. Δύο καρικατούρες αναγνωρίσιμες σ΄ όλο το μεσογειακό τουλάχιστον μικροαστικό κοινωνικό τοπίο. Αν θέλουμε σώνει και καλά να βρούμε κάποιες δραματουργικές συγγένειες με τα καθ΄ ημάς, θα τις έβρισκα στα έργα του Μανιώτη και κυρίως στο «Ματς» και στους «Συζύγους». «Ο Φάκελος» που παίζεται από τον ελληνικό θίασο, επίσης ένα μεγάλο μονόπρακτο, είναι ένα εφιαλτικό κείμενο καφκικής ατμόσφαιρας. Κάποιος ανίδεος και προφανώς αθώος πολίτης λαμβάνει έναν φάκελο και παρουσιάζεται σε μια υπηρεσία όπου υποβάλλεται σε βασανιστήρια που καταλήγουν σε κτηνώδη θάνατο. Μια άγρια σάτιρακαταγγελία των αυταρχικών, φασιστικών ή ανατολικοευρωπαϊκών πρώην σοσιαλιστικών (τρομάρα τους) καθεστώτων. Εδώ ο Scimone μιμείται με σχετική επιτυχία ανάλογα και, φοβάμαι, εξαντλημένα θεματικά πρότυπα. Ο διάλογος είναι πεποιημένος και σχηματικός και οι καρικατούρες των βασανιστών παρατραβηγμένες. Η παράσταση που έστησε ο Πέτρος Νάκος, που παίζει και τον βασικό ρόλο του αρχιβασανιστή, είναι λιτή στα μέσα χωρίς να κατορθώνει να απαλύνει τις υπερβολές της γραφής. Η μετάφραση που έχει φιλοτεχνήσει ο ίδιος είναι στρωτή, τα σκηνικά της Δανάης Χατζάκη ψυχρά, όπως ταιριάζει στο κλίμα ενός προθαλάμου εταιρείας που κρύβει την τρομοκρατική της υπόσταση. Τα κοστούμια της Δέσποινας Χειμώνα θεατρικά (δηλαδή τονίζουν τους φέροντες ως χαρακτήρες, τύπους και ιδεολογία), η κίνηση της Ελισάβετ Αραβίδου. Ο Πέτρος Νάκος αναπτύσσει τον ρόλο έως το τελικό ντελίριο σαδισμού με άκρα συνέπεια..Ο Δημήτρης Αγοράς παίζει το ανύποπτο θύμα με την έκπληξη και τον κλιμακούμενο τρόμο με λιτότητα μέσων. Λίγο υπερβολικός ο Γιάννης Κουρκουμέλης στον ρόλο του Μάγειρα που είναι επίσης εκ κατασκευής αμήχανος. Η Ελισάβετ Αραβίδου με καλή κίνηση στον τελείως «φτιαχτό» ρόλο του «Χ» προσπάθησε να ισορροπήσει το θεατρικό σήμα με το χονδροκομμένο σύμβολο. Η «Γιορτή» μού φάνηκε σαφώς θεατρικά αποτελεσματικότερο έργο από τον «Φάκελο», φορτωμένο ιδεολογικά και συμβολικά, τόσο ώστε να αποτυγχάνει να πείσει για τον πράγματι ενδιαφέροντα στόχο του, τη βία και τον τρόμο στον απρόσωπο κόσμο μας.

Κώστας Γεωργουσόπουλος, “Εμείς και οι Ιταλοί”, Ορίζοντες, 9/3/2009

Ταυτότητα Παράστασης